ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ ΣΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΚΑΡΛ ΓΚΟΥΣΤΑΦ ΓΙΟΥΝΓΚ

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Γιουνγκ, Λόγος τρίτος προς τους νεκρούς: από τον συγκρουσιακό δυισμό στον συμπληρωματικό δυισμό


Η μορφή του μυστηριώδους Αβραξά, η οποία πρωτοεμφανίζεται στο τέλος του δεύτερου λόγου προς τους νεκρούς, αναλύεται καλύτερα στον τρίτο λόγο. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε για ποιο λόγο αυτή η γνωστική θεότητα ελκύει τόσο πολύ τον Γιουνγκ. Ανταποκρίνεται στις τρεις βασικές αρχές της ψυχολογίας του, δηλαδή στην ενότητα των αντιθέτων, στον αγώνα για εξατομίκευση μέσω της σταδιακής κατάκτησης εκ μέρους της συνείδησης διαφόρων περιοχών του ασυνείδητου, και τέλος στην αναδιαμόρφωση από τον Γιουνγκ της φροϋδικής  έννοιας της λίμπιντο ως ψυχικής ενέργειας ή πνευματικής δύναμης τιτανικού μεγέθους, η οποία χρησιμοποιείται από την ψυχή για τους δικούς της μυστηριώδεις σκοπούς. Τόσο στο τελευταίο μέρος του δεύτερου λόγου, αλλά και σε όλη την έκταση του τρίτου λόγου, ο Γιουνγκ δείχνει να καταλαβαίνει την δυνητικά αρνητική επίπτωση που μπορεί να είχε η μορφή του Αβραξά στην συντηρητική θρησκευτικότητα. Γι’ αυτό και ο δεύτερος λόγος τελειώνει  με τη φράση ότι οι νεκροί θύμωσαν επειδή ήταν χριστιανοί.
Ο Γιουνγκ αποκαλεί τον Αβραξά ως τον αληθινά τρομερό, επειδή έχει την ικανότητα να γεννά την αλήθεια και το ψεύδος, το καλό και το κακό, το φως και το σκότος, με τον ίδιο λόγο και την ίδια πράξη. Η έννοια μιας θεότητας, η οποία περιέχει τα πάντα, εντός της οποίας τα αντίθετα συνυπάρχουν ταυτόχρονα και από την οποία προκύπτουν χωρίς τούς τρόμους της ηθικής κρίσης και αντίθεσης, δεν είναι ανεκτή στην μη Γνωστική πνευματικότητα του δυτικού χριστιανικού κόσμου τα τελευταία χίλια επτακόσια χρόνια. Οι Γνωστικοί επανειλημμένα κατηγορήθηκαν από τους αντιπάλους τους ως δυϊστές, δηλαδή  ότι πίστευαν σε δύο ισότιμες και αντίθετες αρχές, του καλού και του κακού. Πράγματι μπορεί να ειπωθεί ότι στον Γνωστικισμό πραγματείες που αφορούν την ύψιστη θεότητα εμφανίζονται συχνά να μην ασχολούνται με ηθικά ερωτήματα, στο βαθμό που  πραγματεύονται μια πραγματικότητα πέρα από την δυαδική κατηγορία του καλού και του κακού. Ο Γιουνγκ στην διεισδυτική του κατανόηση του Γνωστικισμού αντιλήφθηκε πως δεν είναι ο δυισμός, αλλά η αναγνώριση της υπέρτατης αναγκαιότητας για την ένωση των αντιθέτων που αποτελεί την καρδιά της Γνωστικής στάσης απέναντι στον κόσμο. Χαρακτηρίζοντας τον Αβραξά ως ανώτερο αλλά και κατώτερο Πάνα και ως Πρίαπο, ο Γιουνγκ τον ταυτίζει με την κοσμική και αδιαφοροποίητη ψυχική ενέργεια, αναγνωρίζοντας όμως ταυτόχρονα ότι αυτή η ίδια ενέργεια ενσαρκώνεται κατά έναν ορισμένο τρόπο στις δυνάμεις των ενστίκτων, που αποτελούν τον κατώτερο Πάνα, δηλαδή την τυφλή, αλλά ισχυρή και ενστικτώδη φύση της ανθρωπότητας, η οποία συμβολίζεται από τον διαρκώς όρθιο φαλλό του Πρίαπου. Τα υψηλότερα αρχέτυπα του ασυνείδητου ορισμένες φορές έχουν θεωρηθεί ως υψηλότερα ανάλογα των ενστίκτων και μπορεί κανείς εξίσου σωστά να πει ότι τα ένστικτα με τη σειρά τους αποτελούν τις κατώτερες αντιστοιχίες των αρχετύπων. Έτσι ο Αβραξάς μπορεί ταυτόχρονα να είναι η αγάπη αλλά και ο φονιάς της αγάπης, ο Χριστός αλλά και ο Ιούδας. Κάποτε ο Γιουνγκ είπε ότι κανένα δένδρο δεν μπορεί να απαρνηθεί τις ρίζες του στην ταπεινή γη, διότι μ’ αυτόν τον τρόπο θα καταστραφεί. Το ριζικό σύστημα του πνεύματος ενσαρκώνεται στα ένστικτα του ψυχοφυσιολογικού οργανισμού της ανθρωπότητας. Αν αποκοπούμε από αυτές τις ρίζες, τότε καταστρεφόμαστε, διότι χωρίς αυτές το ίδιο το δένδρο της ύπαρξης θα πέσει και τα υπέροχα άνθη των ιδανικών μας θα χαθούν. Γι’ αυτές τις ιδέες του ο Γιουνγκ κατηγορήθηκε ότι θεοποίησε τα ένστικτα χωρίς όμως να τα εξαγνίσει. Δεν έγινε κατανοητό από τους κριτικούς ότι το σκοτάδι μέσα στην ψυχή πρέπει να γίνει αποδεκτό και τελικά να συμφιλιωθεί με το φως σε μία κατάσταση ολότητας που δεν είναι ούτε φως ούτε σκοτάδι, αλλά μια κατάσταση η οποία είναι ταυτόχρονα και τα δύο και όμως κάτι περισσότερο από αυτά. Η ζωή και ο θάνατος συνήθως γίνονται αντιληπτά ως  πολικά αντίθετα  που συγκρούονται μεταξύ τους, επειδή  η σκέψη μας έχει διαμορφωθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να  δέχεται την ιδέα πως δεν μπορούν να υπάρξουν και τα δύο μαζί ταυτόχρονα. Αυτού του είδους η σκέψη χαρακτηρίζει ωστόσο την διαφοροποιημένη συνείδηση του εγώ, στο βαθμό που το εγώ κυριαρχείται μόνο από συνειδητά κίνητρα και προϋποθέσεις.  Αληθεύει ότι στον κόσμο του συνειδητού εγώ που εξαρτάται από την αντίληψη των αισθήσεων για  την εικόνα της πραγματικότητας  που έχει διαμορφώσει, τα πράγματα και οι καταστάσεις είναι πάντοτε είτε το ένα, είτε το άλλο. Από την άλλη, η ψυχή, η οποία αποτελείται και από το συνειδητό αλλά και από  το ασυνείδητο, δεν ασχολείται με τέτοιου είδους αυστηρές διακρίσεις. Δεν υπάρχει ανθρώπινη ύπαρξη που να είναι εντελώς ανόητη ή εντελώς έξυπνη, ολότελα καλή ή ολότελα κακή. Κι αυτό, επειδή στην ανθρώπινη φύση τα μυστήρια και τα βάθη της ψυχής αποκλείουν κάθε  δυνατότητα για απόλυτη ισχύ σε τέτοιου είδους κατηγορηματικές κρίσεις. Στην ψυχή, και ιδιαίτερα στο ασυνείδητο τμήμα της, τα αντίθετα τείνουν να συμπίπτουν. Στο επίπεδο του συνειδητού αντίθετα τείνουν να διαχωρίζονται, διότι αυτό λειτουργεί όπως μία φωτεινή ακτίνα, η οποία προσδιορίζεται από το περιβάλλον σκοτάδι του ασυνείδητου. Το ασυνείδητο από την άλλη πλευρά περιλαμβάνει τα πάντα. Περιλαμβάνει την κατηγορία «και τα δύο μαζί» και όχι την κατηγορία «είτε το ένα, είτε το άλλο». Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν δυαδικότητες στο ασυνείδητο. Ακριβώς το αντίθετο. Ο θεός Ήλιος και ο Διάβολος, οι οποίοι περιγράφονται στον δεύτερο λόγο, είναι πάρα πολύ υπαρκτοί στην ολότητά της ψυχής συμπεριλαμβανομένου του ασυνείδητου. Η αρχή ωστόσο του ασυνείδητου δεν είναι ο συγκρουσιακός δυισμός, αλλά ο συμπληρωματικός δυισμός. Στο ασυνείδητο τα αντίθετα συμπληρώνουν το ένα το άλλο, ενώ στο επίπεδο του συνειδητού το ένα από τα δύο αποκλείεται και απορρίπτεται ηθικά. Στο ασυνείδητο, είτε πρόκειται για τα σκοτεινά βάθη της ενστικτώδους λίμπιντο, είτε για τα ιερά ύψη των ψυχικών αρχέτυπων, η ζωή γεννιέται και αναγεννιέται από τη δύναμη του Αβραξά, η οποία είναι απρόσωπη, δεν εμπίπτει σε  ηθικές κατηγορίες, δεν κάνει διακρίσεις, είναι ανελέητη, απρόσβλητη και πάντοτε ενεργή.


Στον τέταρτο λόγο θα δούμε ότι ο Αβραξάς αναφέρεται ως η δραστηριότητα του όλου, ένας χαρακτηρισμός που δείχνει ξεκάθαρα ότι είναι η ενέργεια, η δύναμη που τον χαρακτηρίζει πιο ξεκάθαρα από οτιδήποτε άλλο. Ποια είναι ωστόσο η χρησιμότητά της και ο σκοπός της;  Ο Αβραξάς υπάρχει για την διαιώνιση και τον εμπλουτισμό της ζωής, όρο με τον οποίον πρέπει να κατανοήσουμε την ζωή της ψυχής, αν και η σωματική ζωή δεν πρέπει να αποκλείεται. Ο δυναμισμός της ψυχής μπορεί να ειπωθεί ότι κατοικεί ακριβώς το σημείο της εξισορρόπησης ανάμεσα στις πολικότητες, εκεί όπου η ισορροπία απελευθερώνει την ενέργεια που σε διαφορετική περίπτωση θα αναλωνόταν στη σύγκρουση μεταξύ των αντιθέτων. Η σύγκρουση αυτή καθαυτή δεν είναι βέβαια μη επιθυμητή και το ίδιο ισχύει και για το κακό. Πρέπει να αναγνωριστεί, ωστόσο, ότι η σύγκρουση είναι χρήσιμη και παραγωγική για την ανάπτυξη και τον εμπλουτισμό της ύπαρξής μας μόνο όταν οδηγεί σε μια επίλυση με την συσσωμάτωση και όχι τον αποκλεισμό των αντιθέτων. Μόνο όταν τα αντίθετα συμφιλιώνονται σε ένα επίπεδο ή σε μία διάσταση ανώτερη από τον εαυτό τους, μπορούμε να πούμε ότι υπήρξε μία πραγματική λύση. Επομένως σύμφωνα με τη θεώρηση της ψυχανάλυσης του Γιουνγκ, δεν πρέπει πάντοτε να παίρνουμε την πλευρά των ουράνιων αγγέλων, αλλά ενίοτε πρέπει να στεκόμαστε επίσης και στην πλευρά των έκπτωτων αγγέλων. Πρέπει να επιτραπεί στους δύο ψυχικούς ανταγωνιστές να έρθουν σε επαφή μεταξύ τους, να δράσουν ο ένας στον άλλον, ώστε μέσα από τις μάχες και τις πληγές τους,  τις αγωνίες και τους αγώνες τους, μετά από πολλούς μετασχηματισμούς, να μπορέσει να αναδειχθεί ένας καινούργιος και αλλαγμένος Εαυτός. Αυτός ο Εαυτός θα προσφέρει στη συνείδηση μια λύση στο πρόβλημα που κατά πάσα πιθανότητα θα αποδειχθεί ως μια πραγματική επίλυση, ένας ανανεωμένος, καινούργιος και ανώτερος τρόπος για να λυθεί η σύγκρουση, ένας τρόπος που στην προηγούμενη κατάσταση της ψυχής θα ήταν αδύνατο κανείς να το σκεφτεί.
Περιγράφοντας τον Αβραξά, ο Γιουνγκ εκθέτει μια πραγματική λιτανεία χαρακτηρισμών, που θυμίζει το μοτίβο της απαρίθμησης των παράδοξων χαρακτηριστικών του πληρώματος στον πρώτο λόγο προς τους νεκρούς. Ωστόσο μπορεί κανείς να αναγνωρίσει εδώ ότι ενώ στην περιγραφή του πληρώματος δίνεται έμφαση στην ύπαρξη  αναρίθμητων ζευγών αντιθέτων που συνυπάρχουν ως  εξισορροπημένες ιδιότητες εντός του πληρώματος, στην περιγραφή του Αβραξά δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στον δυναμικό και ενεργητικό χαρακτήρα του. Ενώ ορισμένες από τις ιδιότητες του Αβραξά εμφανίζονται ως αντίθετα, η πραγματικά διακριτική τους ιδιότητα είναι η ενέργεια στην οποία δεν μπορεί να αντισταθεί τίποτα. Όπως το πλήρωμα αντιπροσωπεύει την υπέρτατη πληρότητα, μεγαλόπρεπα απόμακρη και ήρεμη στην επικυρίαρχη λάμψη της, έτσι ο  Αβραξάς είναι η ενσάρκωση  αυτής της αφηρημένης πληρότητας στην κοσμική και ψυχική δραστηριότητα. Ο Αβραξάς αποτελεί τη δύναμη χωρίς την οποία όλοι οι δημιουργοί θα έπαυαν να δημιουργούν. Ο Αβραξάς πάνω απ’ όλα αποκαλείται τρομερός, αλλά η λέξη εδώ πρέπει να κατανοηθεί με την έννοια αυτού που προκαλεί ταυτόχρονα φόβο και θαυμασμό, με λίγα λόγια δέος. Πρόκειται για μια  τιτάνια δύναμη, η οποία αναπόφευκτα γεμίζει την ανθρώπινη συνείδηση με φόβο και τρόμο. Τι πρέπει να κάνει λοιπόν η ανθρώπινη συνείδηση με αυτόν τον τρομερό Αβραξά;  Όπως λέει ο Γιουνγκ, το να τον δει κανείς σημαίνει ότι κινδυνεύει να τυφλωθεί, το να τον γνωρίσεις σημαίνει ότι υπάρχει ο κίνδυνος να αρρωστήσεις, το να τον λατρέψεις μπορεί να οδηγήσει στον θάνατο, αλλά το να τον φοβηθείς είναι σοφία και το να μην του αντισταθείς σημαίνει απελευθέρωση. Το να βυθίσει κανείς τη συνείδησή του στον άγριο δυναμισμό της ασυνείδητης ζωής μέσω του στοχασμού, της σκέψης ή της θρησκευτικής λατρείας είναι μια διαδικασία μη παραγωγική. Σύντομα επεισόδια απάλειψης του εγώ και καταβύθισης στη δίνη της ωμής ζωτικής ενέργειας μπορούν να θεωρηθούν σε ένα βαθμό επιτρεπτά αλλά και χρήσιμα, γι’ αυτό και πολλοί άνθρωποι του σύγχρονου κόσμου είναι ανάγκη να ανακαλύψουν τον Αβραξά και τις δυνάμεις του που κρύβονται μέσα τους. Όπως ο φόβος του Θεού έχει θεωρηθεί ως η αρχή της σοφίας, έτσι και ο φόβος του Αβραξά θεωρείται από τον Γιουνγκ η ίδια η σοφία. Αυτός ο φόβος, ένα μείγμα ιερό δέους, φόβου και θαυμασμού, θα εμποδίσει τον άνθρωπο από το να υποτιμήσει ή αντίθετα να προκαλέσει με ανόητο τρόπο τις πανίσχυρες δυνάμεις που κατοικούν στον πυρήνα του ατόμου της ψυχής. Ωστόσο η πιο σημαντική συμβουλή του Γιουνγκ είναι το να μην αντισταθεί κανείς στην δύναμη του Αβραξάς, διότι αυτή η δύναμη σημαίνει απελευθέρωση. Συνεπώς δεν πρέπει κανείς να αρνείται τον άγριο δυναμισμό της ζωής, γιατί ούτως ή άλλως θα βρει τρόπο να διεισδύσει στο πεδίο της συνείδησης. Η καταπίεση του ασυνείδητου δυναμισμού μάς οδηγεί στο να γίνουμε σκλάβοι στις ίδιες τις δυνάμεις που επιθυμούμε να καταπιέσουμε.
Συνοψίζοντας όσα ειπώθηκαν για τη μορφή του Αβραξά, μπορούμε να πούμε ότι για τον Γιουνγκ αντιπροσωπεύει τον δυναμισμό της πληρότητας της ύπαρξης. Έχει τόση υπαρξιακή δύναμη που μπορεί κανείς να πει ότι είναι ζωντανός. Είναι μια προβολή των ψυχών μας προς τα έξω και προς τα μέσα, προς το φως και προς τις βαθιές ρίζες της βιολογικής μας ύπαρξης, η ελπίδα να βρούμε στο συνδυασμό των παραπάνω το καθαρό αρχέτυπο. Αυτό το καθαρό αρχέτυπο θα ήταν η αυθεντική εικόνα του Θεού που είναι μέσα μας και που είναι βυθισμένη εκεί για τόσο πολύ καιρό κάτω από τα νερά της συνείδησης. Έτσι ο Αβραξάς θα έφτανε να σημαίνει τον  Όλο Άνθρωπο.
[Πηγή: S. Hoeller, The Gnostic Jung, 91-106]

Λόγος Γ΄
Οι νεκροί πλησίασαν σαν ομίχλη από τα έλη και φώναξαν: «Mιλά μας κι άλλο για τον ύψιστο Θεό».
O Αβραξάς είναι ο θεός ο δύσκολος να τον κατανοήσεις. Η δύναμή του είναι η μέγιστη, επειδή ο άνθρωπος δεν την αντιλαμβάνεται καθόλου. Ο άνθρωπος βλέπει το ύψιστο καλό του Ήλιου και επίσης το δίχως τέλος κακό του Διαβόλου, αλλά τον Αβραξά δεν τον βλέπει, επειδή είναι η ίδια η απροσδιόριστη ζωή, η οποία είναι η μητέρα του καλού και του κακού ταυτόχρονα.   
Η ζωή εμφανίζεται μικρότερη και πιο αδύναμη από το ύψιστο καλό, γι’ αυτό και είναι δύσκολο να σκεφτούμε ότι ο Αβραξάς θα μπορούσε να υπερβαίνει στην δύναμή του τον Ήλιο, ο οποίος είναι η ακτινοβόλα βάση όλης της ζωικής δύναμης.
Ο Αβραξάς όμως είναι ο Ήλιος και επίσης η αιωνίως χάσκουσα άβυσσος του κενού, του Διαβόλου, ο οποίος ελαττώνει και διαλύει.
Η δύναμη του Αβραξά είναι διπλή. Δεν μπορείς να τη δεις, επειδή στα μάτια σου το αντίθετο αυτής της δύναμης μοιάζει να την ακυρώνει:
 Αυτό που λέει ο Θεός Ήλιος είναι ζωή.
Αυτό που λέει ο Διάβολος είναι θάνατος.
Ο Αβραξάς ωστόσο μιλά ταυτόχρονα και τον σεβάσμιο και τον καταραμένο λόγο, που είναι  ζωή και θάνατος μαζί. Ο Αβραξάς παράγει την αλήθεια και το ψέμα, το καλό και το κακό, το φως και το σκότος με τον ίδιο λόγο στην ίδια πράξη.
Γι’ αυτό τον λόγο και ο Αβραξάς είναι ο πραγματικά τρομερός. Είναι μεγαλοπρεπής σαν το λιοντάρι ακριβώς τη στιγμή που καταβάλλει με χτύπημα τη λεία του. Η ομορφιά του είναι σαν την ομορφιά ενός ανοιξιάτικου πρωινού. Πράγματι είναι ο ίδιος ο μεγάλος Παν, αλλά και ο μικρός Παν. Είναι ο Πρίαπος. Είναι το τέρας του Κάτω Κόσμου, το χταπόδι με τα χίλια πλοκάμια, οι ελιγμοί των φτερωτών ερπετών και της τρέλας. Είναι ο ερμαφρόδιτος  του  κατώτατου ξεκινήματος. Είναι ο κύριος των φρύνων και των βατράχων που ζουν στο νερό και εξέρχονται στην ξηρά και τραγουδούν μαζί το μεσημέρι και τα μεσάνυχτα. Είναι η πληρότητα που ενώνει τον εαυτό της με το κενό.  
Είναι ο ιερός γάμος.
Είναι η αγάπη και ο φόνος της αγάπης.
Είναι ο άγιος και ο προδότης του.
Είναι το λαμπρότερο φως της μέρας και η βαθύτατη νύχτα της τρέλας.
Το να τον δεις σημαίνει τύφλωση.
Να τον γνωρίσεις είναι αρρώστια.
Να τον λατρέψεις είναι θάνατος.
Να τον φοβηθείς είναι σοφία.
Να μην του αντισταθείς είναι απελευθέρωση.
Ο Θεός ζει πίσω από τον ήλιο, ο Διάβολος ζει πίσω από τη νύχτα. Ό,τι ο Θεός γεννά από το φως ο Διάβολος το βυθίζει στη νύχτα. Ο Αβραξάς όμως είναι ο κόσμος, η γέννηση και η διάλυσή του. Σε κάθε δώρο του θεού Ήλιου ο Διάβολος προσθέτει την κατάρα του. Κάθε πράγμα που ζητάτε από τον θεό Ήλιο παράγει και μια πράξη από τον Διάβολο. Όλα όσα κατορθώνετε μέσω του θεού Ήλιου προσθέτουν στην αποτελεσματική δύναμη του Διαβόλου.
Τέτοιος είναι ο τρομερός Αβραξάς.
Είναι το δυνατότερο φανερωμένο πλάσμα και σ’ αυτόν η δημιουργία φτάνει να φοβάται τον ίδιο της τον εαυτό.
Είναι η αποκαλυμμένη διαμαρτυρία της δημιουργίας απέναντι στο πλήρωμα και την ανυπαρξία του.
Είναι ο φόβος του γιου τον οποίο αισθάνεται απέναντι στη μητέρα του.
Είναι η αγάπη της μητέρας για τον γιο της.
Είναι η απόλαυση της γης και η σκληρότητα του ουρανού.
Ο άνθρωπος παραλύει ενώπιον του προσώπου του.
Ενώπιόν του δεν υπάρχει ούτε ερώτηση, ούτε απάντηση.
Είναι η ζωή της δημιουργίας.
Είναι η δραστηριότητα της διαφοροποίησης.
Είναι η αγάπη του ανθρώπου.
Είναι ο λόγος του ανθρώπου.
Είναι συνάμα η λάμψη και η σκοτεινή σκιά του ανθρώπου.
Είναι απατηλή πραγματικότητα.
Τότε οι νεκροί ούρλιαξαν σε μέγα παραλήρημα, διότι ακόμη ήταν ατελείς.