Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Ο Καιόμενος και ο Αναπτυσσόμενος: ο Έρως και το Δέντρο της Ζωής (Καρλ Γιουνγκ, τέταρτος λόγος προς τους νεκρούς)


Έχοντας παρουσιάσει στους νεκρούς την εντυπωσιακή μορφή του Αβραξά, ο Βασιλείδης/Γιουνγκ συνεχίζει διδάσκοντας τους απρόθυμους μαθητές του περαιτέρω μυστήρια, τα οποία αφορούν σπουδαίες δυάδες πνευματικών δυνάμεων, οι οποίες, αντίθετα με τον Αβραξά, δεν αντιπροσωπεύουν την ένωση των αντιθέτων, αλλά μάλλον τον διαχωρισμό τους, ή ακόμη και μια πολεμική σχέση μεταξύ τους. Η δυαδικότητα και η ενότητα είναι στην πραγματικότητα εξίσου ζωτικές και συνυπάρχουσες αρχές της λειτουργίας της ψυχικής φύσης. Ο ψυχοφυσιολογικός οργανισμός της ανθρώπινης ύπαρξης είναι η ενότητα, ωστόσο τιτανικές και φοβερές δυαδικές δυνάμεις εντός της αιωνίως ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την κυριαρχία. Παγιδευμένα σε μια αιώνια πάλη, σώμα και πνεύμα, αίσθηση και διάνοια, θηλυκό και αρσενικό, ένστικτο και πολιτισμός μάχονται στο διηνεκές το ένα το άλλο σε έναν πόλεμο που είναι ταυτόχρονα αναγκαίος και  μάταιος.
Παλαιοί φιλόσοφοι και θεολόγοι είχαν διακηρύξει ότι δύο αντίθετα πνεύματα κατοικούν στη δομή της κοσμικής και της ανθρώπινης ζωής και ότι στέκονται σε μια θανάσιμη αντιπαλότητα μεταξύ τους. Το αναπτυσσόμενο πνεύμα είναι το πνεύμα του πολιτισμού. Επιζητεί διαρκώς να δημιουργήσει μορφές μέσα από τις οποίες η ζωή μπορεί να επεκταθεί, να χτίσει και να κάνει τον εαυτό της πιο ασφαλή. Το καιόμενο πνεύμα, από την άλλη, αναζητεί την κίνηση, την αλλαγή, την περιπέτεια, την μάχη, μερικές φορές ακόμη και την σύγκρουση και τη βία. Συνεπώς το αναπτυσσόμενο πνεύμα είναι ειρηνικό, ενώ το καιόμενο πνεύμα είναι πολεμικό. Ο πολιτισμός έχει την τάση να διατηρεί, αλλά μερικές φορές γίνεται και συντηρητικός, ενώ ο αντιτιθέμενος δυναμισμός είναι επαναστατικός. Και οι δύο δυνάμεις αποτελούν μέρος της φυσικής τάξης: πόλεμος και ειρήνη, διατήρηση και καταστροφή, εποικοδομητική εξέλιξη και καταστροφική επανάσταση. Το να ταυτίσει κανείς την φύση με την ειρήνη και την γαλήνη αποκλείοντας τον πόλεμο και την αγριότητα αντιτίθεται στην απόδειξη της παρατήρησης. Είναι πράγματι το ειρηνικό ηλιοβασίλεμα πιο φυσικό από όσο ένα ηφαίστειο που εκρήγνυται;  Είναι το αηδόνι πιο φυσικό από το γεράκι;  Στον δυναμισμό της φύσης η θανάτωση είναι το ίδιο αναγκαία όσο και η γέννηση. Οι ανθρώπινες ηθικές αξίες δεν μπορούν και δεν πρέπει να προβάλλονται πάνω στη φύση για τον απλούστατο λόγο ότι δεν ανήκουν εκεί. Κάποιος δικαιολογημένα μπορεί να πιστεύει ότι η ειρήνη είναι καλύτερη από τον πόλεμο, ότι η ευσπλαχνία είναι προτιμότερη από τη σκληρότητα, αλλά πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι αξίες που υπόκεινται σ’ αυτού του είδους τις κρίσεις είναι παραγωγές όχι της φύσης, αλλά της συνείδησης στην ψυχολογική έννοια της λέξης, δηλαδή ως κάτι που αντιτίθεται στο ασυνείδητο.

Τόσο το καιόμενο πνεύμα όσο και το αναπτυσσόμενο χαρακτηρίζονται ως θεοί-διάβολοι, ένας χαρακτηρισμός που υποδεικνύει πως μολονότι είναι μεταξύ τους αντίθετα, μέσα στο κάθε ένα από αυτά βρίσκουμε μια αντιθετική και συνεργατική σχέση ακόμη μεγαλύτερων αντιτιθέμενων δυνάμεων. Η φλόγα του καιόμενου πνεύματος, που ο Γιουνγκ αποκαλεί Έρωτα, εμπεριέχει μια ένωση του καλού και του κακού.  Το ίδιο όμως ισχύει και για την ανάπτυξη του Δέντρου της Ζωής, που είναι το όνομα το οποίο δίνεται στο αναπτυσσόμενο πνεύμα. Το καλό και το κακό ενώνονται στη φλόγα. Το καλό και το κακό ενώνονται στο δέντρο της ζωής. Η ζωή και η αγάπη αντιτίθενται η μια στην άλλη στην ίδια τους την θεϊκότητα, λέει ο Γιουνγκ στον τέταρτο λόγο. Μόνο η συνύπαρξη και η αμοιβαία αλληλοπεριχώρηση  τον καιόμενων και των αναπτυσσόμενων δυνάμεων της ύπαρξης στη διαδικασία της ζωής μπορεί να αποκαλύψει το  μυστικό  της  απώτερης ολότητας. Κάθε φορά που η επιθυμία για ασφάλεια, συνέχεια και μονιμότητα κυριαρχεί  στη ζωή μας, ο αυθορμητισμός και η δημιουργικότητα ατροφούν. Τότε το αναπτυσσόμενο πνεύμα έχει κατορθώσει να υπερισχύσει στο καιόμενο. Η κυριαρχία του αναπτυσσόμενου πνεύματος δημιουργεί το τετριμμένο της καθημερινότητας. Στηρίζεται στην επανάληψη, την εμπιστοσύνη, την ασφάλεια και την αργή, αλλά σίγουρη ανάπτυξη. Ο κύκλος της αιώνιας επιστροφής αποτελεί τον θεμέλιο λίθο όλων των δομών της καθιερωμένης τάξης. Από την άλλη μεριά η φλόγα της ατομικής δημιουργικότητας βρίσκεται πάντοτε σε μια κατάσταση ανοιχτής ή καλυμμένης επανάστασης ενάντια στην επανάληψη και την κυκλικότητα. Τα δύο πνεύματα, λοιπόν, το αναπτυσσόμενο και το καιόμενο, ζουν σε δύο κόσμους που συνυπάρχουν στο χώρο, αλλά όχι στη συνείδηση, αλληλεπικαλύπτονται στην φυσική γεωγραφία, αλλά απέχουν σαν να βρίσκονται σε διαφορετικές ηπείρους στην γεωγραφία της ψυχής.
Μια άλλη σχετική εκδήλωση της δυαδικότητας του καιόμενου και του αναπτυσσόμενου πνεύματος μπορεί να βρεθεί στις δύο διαστάσεις ή κατευθύνσεις προς τις οποίες τείνει συμβολικά ο άνθρωπος. Η κάθετη κίνηση συνδέεται παραδοσιακά με την κατάκτηση  του νοήματος και της ύψιστης σημασίας και συνδέεται άλλοτε με τη θεότητα και άλλοτε  με έναν θεϊκό εαυτό εντός της ανθρώπινης ύπαρξης. Η οριζόντια κατεύθυνση μπορεί να ερμηνευθεί ως κίνηση προς την κατεύθυνση των άλλων ανθρώπων που περιβάλλουν το ατομικό εγώ. Έτσι ο άνθρωπος πρέπει ταυτόχρονα να μπορεί να κινηθεί τόσο προς τον ευρύτερο κόσμο του νοήματος, τον υπερβατικό μακρόκοσμο που είναι εγκιβωτισμένος στις  πλέον βαθιές βάσεις της ύπαρξής μας, και ταυτόχρονα να κινηθεί προς τον μικρόκοσμο των διαφοροποιημένων μορφών της συνείδησης που μας κυκλώνουν από όλες τις πλευρές. Συνεπώς η ανθρώπινη ύπαρξη κινητοποιείται από δύο μορφές γνώσης, την αυτογνωσία και την γνώση του άλλου.
Ο δυτικός πολιτισμός χαρακτηρίζεται γενικά από μια έμφαση προς το αναπτυσσόμενο πνεύμα, η οποία δεν είναι δίχως αξία, ούτε άχρηστη. Το ένστικτο της επιβίωσης αντιπροσωπεύει μια από τις κυριότερες  ενεργητικές δυνάμεις του είδους μας και απαιτεί τη δημιουργία κάποιου είδους κοινωνίας ή ομάδας μέσα στην οποία η προστασία των ατόμων απέναντι στους εχθρούς μπορεί να επιτευχθεί με ασφάλεια. Ένα μεγάλο μέρος του πολιτισμού και της κουλτούρας όντως οφείλει την ύπαρξή του στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης που αναγκάζει τα άτομα από τους πολύ πρώιμους και πρωτόγονους χρόνους να εντάσσονται σε ομάδες. Η κατανομή του φόρτου εργασίας και η συντροφιά των άλλων παράγει πολιτιστικές δυνάμεις, τις οποίες οι άνθρωποι, αν ήταν μόνοι τους, δεν θα υποπτεύονταν ποτέ πως διέθεταν. Αποτελεσματικότητα, χρησιμότητα, κοινωνική οργάνωση, αισθητική, ομορφιά,  υψηλή τέχνη προκύπτουν από την ανάγκη των ατόμων να συνδεθούν μεταξύ τους για αυτοσυντήρηση. Η ζωή σε μια κοινωνία επομένως έχει μια δυνατή και εκπολιτιστική επίδραση στα άτομα. Ωστόσο με τον πολιτισμό έρχεται μαζί και η καταπίεση όχι μόνο των ατομικών εκφράσεων της ελευθερίας, οι οποίες μέσα στο πλαίσιο της κοινωνίας αποκτούν δυνάμει αντικοινωνικό χαρακτήρα, αλλά και πολλών πολύτιμων και ουσιαστικών εκφράσεων της ανθρώπινης ψυχής. Δεν είναι παράξενο λοιπόν που ο έρωτας, ο καιόμενος, ο οποίος λάμπει και καταβροχθίζει, επαναστατεί ενάντια στους περιορισμούς και σπάει τους δεσμούς της τάξης και της παράδοσης.
Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε ότι το αναπτυσσόμενο πνεύμα αντιπροσωπεύει τη συλλογική ώθηση, ενώ το καιόμενο αντιπροσωπεύει το ατομικό πνεύμα. Συνεπώς η ανθρώπινη ύπαρξη πρέπει να επιτύχει κάτι το οποίο εκ πρώτης όψεως φαίνεται ακατόρθωτο. Πρέπει να ξεπεράσει τη φύση της, να αναπτυχθεί περισσότερο από το αναπτυσσόμενο πνεύμα. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Γιουνγκ βλέπει με θετικότερο μάτι το καιόμενο σε σχέση με το αναπτυσσόμενο πνεύμα. Απλώς η διαδικασία της πνευματικής ανάπτυξης, την οποία ο Γιουνγκ αποκαλεί εξατομίκευση, απαιτεί στην πορεία της την αντικατάσταση των συλλογικών αξιών με ατομικές. Γι’ αυτό άλλωστε και αποκαλείται διαδικασία εξατομίκευσης. Το άτομο  κατευθύνεται όλο και περισσότερο από τον εαυτό του και γίνεται ένα πραγματικό άτομο. Εξέλιξη, τάξη,  προκαθορισμένη συνείδηση,  εμφυτευμένες  και παραδοσιακές αξίες πρέπει να δώσουν τόπο στην φλόγα του καιόμενου που καταβροχθίζει τα πάντα. Ο έρωτας πρέπει να φονεύσει τον λόγο, ακόμη και τον ίδιο τον λόγο του θεού.  Το όρος Σινά πρέπει να χαθεί και να πάρει τη θέση του η κορυφή του εσωτερικού Ολύμπου που αναδύεται. Ο έρωτας γίνεται έτσι σωτήρας, αλλά στην δυαδικότητά του είναι επικίνδυνος και μπορεί να σκοτώσει με την ίδια ευκολία με την οποία σώζει. Κάτω από την επιφάνεια του πολιτισμού κρύβεται το άγριο θηρίο. Ωστόσο το θηρίο δεν μπορεί να  δαμαστεί με το να το κλειδώσουμε μέσα σε ένα κλουβί. Δεν υπάρχει ηθικότητα χωρίς την ελευθερία. Η σημαντικότερη διαφορά ανάμεσα στο αναπτυσσόμενο και το καιόμενο πνεύμα έγκειται στη μεταχείριση που επιφυλάσσουν απέναντι στην ελευθερία. Ο Γιουνγκ επανειλημμένα έχει δηλώσει ότι δίχως την ελευθερία η εξατομίκευση θα αποτελούσε έναν μηχανισμό δίχως νόημα, ο οποίος θα  ήταν περισσότερο κάτι μοιραίο, παρά κάτι που ολοκληρώνει. Απέναντι στο μοιραίο η εξατομίκευση θεμελιώνει μια ηθική τάξη ολοκλήρωσης και νοήματος, η οποία μολονότι παρεκβαίνει από τις οδούς της επιβεβλημένης κοινωνικής συμπεριφοράς, ταξιδεύει ωστόσο ελεύθερα στον ανοιχτό δρόμο του αιώνιου ταξιδιού οδηγημένη από τα άστρα της εσώτερης ηθικότητας που λάμπουν στο στερέωμα της ψυχής. Όπως το έθεσε ποιητικά ο Καντ: ο έναστρος ουρανός ψηλά και ο ηθικός νόμος μέσα μας. Αυτά αποτελούν τους αυθεντικούς καθοδηγητές μιας ζωής γεμάτης νόημα. Ο βαθμός της ηθικότητας που διαθέτουμε δεν γίνεται ποτέ πραγματικά γνωστός, παρά μόνο εάν αποχωρήσουμε από τους εξωτερικά επιβεβλημένους νόμους και κανονισμούς και επιτρέψουμε στην εσώτερη ηθική μας να θέσει τις καθοδηγητικές γραμμές για την ίδια την αυτοεκπλήρωσή της και για κανέναν άλλο λόγο.
Το άτομο που είναι σε διαδικασία εξατομίκευσης υποτάσσεται στον νόμο της ανάπτυξης και με την πράξη του αυτή αναλαμβάνει την ευθύνη για την εξατομίκευση με έναν τρόπο ο οποίος είναι συνειδητός. Η υποταγή των περιορισμένων σκοπών του εγώ στους πολύ ευρύτερους στόχους του Εαυτού δεν καταργεί την αίσθηση της ελευθερίας. Αντιθέτως, μόνο αν υποτάξουμε τους περιορισμούς του εγώ στον εαυτό δικαιολογούμε την ελευθερία μας και με έναν ουσιώδη τρόπο αναλαμβάνουμε την ευθύνη για τις πράξεις και τις αποφάσεις μας. Σε κάποιο σημείο της ζωής του κάθε άνθρωπος πρέπει να πει το «ναι» για κάποιον ή για κάτι το οποίο είναι σπουδαιότερο από την οικογένεια,  τον φίλο, την κοινωνία, την δουλειά του, την χώρα του και όλες τις άλλες έννοιες, οι οποίες σχετίζονται με την καθημερινή ζωή και στις οποίες εμπλέκεται το  εγώ. Μόνο αυτό το «ναι» θα φέρει την αλήθεια που υλοποιεί την ελευθερία και το πραγματικό μεγαλείο της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ο τέταρτος λόγος δεν τελειώνει με την απαρίθμηση των δύο κοσμικών πνευμάτων. Συνεχίζει με μια σειρά από παρατηρήσεις που αφορούν τις δυνάμεις του φωτός και του σκότους και τη σχέση τους μεταξύ τους. Σ’ αυτά προσθέτει ορισμένες γενικές διακηρύξεις που σχετίζονται με την ενότητα και την πολλαπλότητα των θεών. Ο Γνωστικός δάσκαλος διδάσκει ότι ο αριθμός των θεών και των διαβόλων είναι αναρίθμητος και κάνει την αξιοσημείωτη παρατήρηση ότι κάθε αστέρι  είναι ένας θεός, ενώ κάθε τόπος που καταλαμβάνεται από ένα αστέρι είναι ένας διάβολος. Σ’ αυτό το σημείο γίνεται υπαινιγμός στην ύπαρξη της θεμελιώδους αρχής της πολικότητας, ενώ ταυτόχρονα το λαμπρό αστρικό φως που ακτινοβολεί κάθε φορέας της συνείδησης εξισορροπείται και καταβροχθίζεται από την αντίστοιχη άβυσσο του σκότους. Τα άστρα λάμπουν ενόσω  ο δαιμονικός καταβροχθιστής  του φωτός που παραμονεύει από πίσω τους αναπτύσσει την όρεξή του. Το φως του άστρου καταβροχθίζεται από τον δράκοντα του σκότους. Αυτή η εναλλασσόμενη δραστηριότητα, η οποία υποδηλώνει μια σχέση έντασης ανάμεσα στο  φως και το σκότος, λαμβάνει χώρα μέσα σε μια απέραντη παράδοξη πληρότητα, η οποία στο επίγειο μάτι μοιάζει με ένα κενό. Αυτή η πληρότητα δεν είναι τίποτε άλλο παρά το πλήρωμα που περιγράφεται στον πρώτο λόγο. Η πάντοτε παρούσα δυναμική του όλου, η οποία παρέχει τόσο  το δημιουργικό φως των άστρων όσο και την καταστροφική δύναμη του σκοτεινού χώρου, είναι ο θεός της ενέργειας, ο Αβραξάς, ο όποιος εμφανίζεται στον τρίτο λόγο.
Στην επόμενη παράγραφο ο δάσκαλος εκφράζει αυτό που φαίνεται να είναι μια έντονη έκκληση για πολυθεϊσμό, στιγματίζοντας όσους έχουν υποκαταστήσει την ποικιλότητα με τη μοναδικότητα του Θεού, μια ποικιλότητα η οποία δεν μπορεί να διαλυθεί μέσα στο Εν. Τόσο σ’ αυτή την δήλωση όσο και στην επόμενη περιγραφή της τετραπλής δομής που έχει η κεφαλή της θεότητας, η οποία περιλαμβάνει την τριάδα και το κακό, ο Γιουνγκ θέτει σε αμφισβήτηση τον μονοθεϊσμό. Ο Γιουνγκ και σε άλλα έργα του δηλώνει ότι η μονοθεϊστική παράδοση έχει απωλέσει, με την έμφαση της στη μοναδικότητα του Θεού, πολλές σημαντικές ψυχολογικές αρχές. Πράγματι η προσωπική μυθολογία του Γιουνγκ συγγενεύει πολύ περισσότερο με την σύλληψη της θεότητας όπως την αντιλαμβανόταν η κλασική αρχαιότητα και ειδικότερα όπως την τροποποίησε ο χριστιανικός Γνωστικισμός. Αποτελεί αλήθεια ότι αυτό που περισσότερο έλκυε τον ψυχολόγο στην καθολική μορφή του Χριστιανισμού ήταν η έμφαση του τελευταίου στον θεάνθρωπο Χριστό, στους αγγέλους και στη μορφή της Παρθένου Μαρίας. Όλες αυτές τις θεϊκές ή ημιθεϊκές φιγούρες τις θεωρούσε ως ένα είδος υποκατάστατου του αρχαίου  πολυθεϊσμού. Γι’ αυτό και είχαν κάποια απήχηση στην δική του αίσθηση του μυθικού, καθώς επιβεβαίωναν τις παρατηρήσεις του όσον αφορά το συλλογικό ασυνείδητο με τους αρχετυπικούς κατοίκους του που μοιάζουν πολύ με τους κλασικούς θεούς. Σε άλλα κείμενά του παρατηρεί ότι οι θεοί κατοικούσαν κάποτε με μια υπεράνθρωπη δύναμη και ομορφιά στην κορυφή χιονοσκέπαστων βουνών ή στο σκότος των σπηλαίων, των δασών και των θαλασσών. Αργότερα ενώθηκαν όλοι μαζί στο μοναδικό Θεό και μετά ο θεός έγινε άνθρωπος. Η εικόνα που έχει για το θείο μια ανθρώπινη συλλογικότητα σε κάθε δεδομένη ιστορική στιγμή ή σε μια συγκεκριμένη κουλτούρα έχει βαθιά σημασία για την εξατομίκευση των προσώπων στο συγκεκριμένο χώρο και τόπο. Η προσωπική εξατομίκευση δεν είναι ανεξάρτητη από αυτό που μπορεί να αποκαλέσει κανείς συλλογική εξατομίκευση, καθώς το πνεύμα μιας εποχής τείνει να εκφράσει τον εαυτό του ή να εκφραστεί μέσω των ατόμων. Έτσι η εικόνα που έχει μια εποχή για το θείο τείνει να είναι εξαρτώμενη από τον χρόνο και από ένα συγκεκριμένο χαρακτήρα. Συμπυκνώνεται στο ασυνείδητο των ατόμων ως μια εικόνα της ψυχικής ολότητας, του Εαυτού. Ο Γιουνγκ θεωρούσε τις ιερές γραφές όχι ως μια αποκάλυψη με την ορθόδοξη  έννοια,  αλλά ως καταγραφές των μυστικών της ψυχής  που εκφράζονται με μεγαλειώδεις συμβολικές εικόνες. Ο Γιουνγκ θεωρούσε ότι η εικόνα του Θεού που έχει η σύγχρονη ανθρωπότητα συνδέεται λιγότερο με την εικόνα του Χριστού των προηγούμενων περιόδων της χριστιανικής ιστορίας και περισσότερο με την εικόνα του Αγίου Πνεύματος, η οποία μπορεί να θεωρηθεί ως το αποκορύφωμα της χριστιανικής σύλληψης για την κεφαλή της θεότητας. Έτσι οι ψυχολογικές παρατηρήσεις του Γιουνγκ φαίνεται να εκπληρώνουν τις φημισμένες προφητείες του μεσαιωνικού ηγουμένου από την Καλαβρία Joaquino da Fiore,  ο οποίος προέβλεψε μια επερχόμενη εποχή του Αγίου Πνεύματος, η οποία επρόκειτο να διαδεχτεί την εποχή του Υιού, η οποία με τη σειρά της διαδέχτηκε την εποχή του Πατέρα, η οποία προηγήθηκε. Ο Γιουνγκ έλεγε συχνά ότι η πίστη και η ψυχολογία, οι οποίες σε καμιά περίπτωση δεν είναι ασύμβατες μεταξύ τους, προσεγγίζουν το αντικείμενό τους με ριζικά διαφορετικούς τρόπους. Ωστόσο παραμένει το γεγονός ότι στο σύστημα του η πίστη δεν είναι ο μοναδικός δρόμος για την πνευματική αλήθεια και ότι επιπλέον υπάρχει ο δρόμος της γνώσης. Αυτός είναι ο δρόμος που ακολουθεί ο ίδιος κάτω από  την εικονοποιία της ψυχολογίας, της μυθολογίας, της αλχημείας και άλλων μεταμφιέσεων.
Ωστόσο σε τι είδους θεούς και διαβόλους αναφέρεται ο Γιουνγκ, όταν υποστηρίζει στον τέταρτο λόγο ότι υπάρχουν πολλοί περισσότεροι θεοί από ανθρώπους και όταν περιγράφει τους θεούς ως ισχυρές οντότητες που σαν τα άστρα στέκουν σε απομόνωση και χωρίζονται από πολύ μεγάλες αποστάσεις ο ένας από τον άλλον, αντίθετα από τους ανθρώπους που απελπισμένα ζητούν τη συντροφικότητα μπροστά στον τρόμο της μοναξιάς και της απομόνωσης; Η απάντηση είναι ότι ο Γιουνγκ αναφέρεται στην ψυχολογική σύλληψη των αρχετύπων που μέχρι την εποχή του ήταν ανήκουστη. Σύμφωνα με την επίσημη καταγραφή της ιστορίας ανέπτυξε την ιδέα των αρχετύπων σε μια πολύ πρώιμη περίοδο της καριέρας του, όταν ακόμη αποτελούσε μέλος των ιατρών του νοσοκομείου στο Burgholzli. Εδώ είχε επισημάνει την εντυπωσιακή αντιστοιχία ανάμεσα στην αυθόρμητη εικονοποιία που ανέπτυσσαν ορισμένοι ασθενείς με την εικονοποιία ορισμένων αρχαίων και απόμακρων μύθων και γραφών. Από πολύ νωρίς στη σταδιοδρομία του ο Γιουνγκ είχε εντυπωσιαστεί από το γεγονός ότι εικόνες παγκόσμιας σημασίας και μεγάλης δύναμης εμφανίζονταν στα όνειρα και τις φαντασιώσεις ασθενών και ότι αυτές οι εικόνες δεν ανήκαν στο βασίλειο των προσωπικών αναμνήσεων και εμπειριών αυτών των προσώπων, αλλά αναδύονταν από κάποιο απέραντο, αρχαϊκό και παγκόσμιο πεδίο αποθήκευσης εικόνων που είναι εγκατεστημένο σε ένα βαθύ υπόστρωμα του ασυνείδητου νου. Ο Φρόιντ θεωρούσε αυτές τις εικόνες άχρηστα αρχαϊκά υπολείμματα, αλλά ο Γιουνγκ δεν μπορούσε να τις αντιμετωπίσει με παρόμοιο τρόπο. Ανέπτυξε τη θεωρία ότι τέτοιες εικόνες αποτελούν ζωτικά επίκεντρα της ψυχικής ζωής και ανήκουν περισσότερο σ’ ένα στρώμα του νου, το οποίο είναι μάλλον συλλογικό παρά ατομικό στο περιεχόμενο και προσδίδει στις ανθρώπινες υπάρξεις μια αίσθηση αρχαϊκής ταυτότητας που υπερβαίνει το εγώ. Αυτό το υπόστρωμα συνδέει τις ανθρώπινες υπάρξεις μεταξύ τους σε ένα βαθύτατο μη προσωπικό επίπεδο. Τις συνδέει μάλιστα όχι μόνο μεταξύ τους, αλλά και με τις δυνάμεις του περιβάλλοντος και τη φύση. Ένα από τα  εξέχοντα και μνημειώδη χαρακτηριστικά των αρχετύπων είναι υπερφυσικότητά τους, η ικανότητά τους να προκαλούν μεταφυσικό δέος, όπως οι εμφανίσεις των αρχαίων θεών στο νου των θνητών. Έτσι οι θεοί και οι διάβολοι που αναφέρονται στους λόγους προς τους νεκρούς είναι στην πραγματικότητα αρχέτυπα του συλλογικού ασυνείδητου. Οι θεοί είναι πράγματι πολλοί, διότι το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό του μυστηριώδους και απέραντου βασιλείου του συλλογικού ασυνείδητου είναι το γεγονός ότι βρίθει με μια φαινομενικά άπειρη ποικιλία εικόνων όντων, κάθε ένα από τα οποία έχει τον δικό του ιδιαίτερο χαρακτήρα και μεταφέρει σημαντικά μηνύματα από το περιεχόμενο του συλλογικού ασυνείδητου προς αναγνώριση και αφομοίωση. Οι κάτοικοι αυτού του ψυχικού βασιλείου δεν περιορίζονται στην σκιώδη γη του ονείρου και του οράματος. Με τον πανταχού παρόντα μηχανισμό της προβολής γίνονται σαν ζωντανοί άνθρωποι και ενώνονται, σε ένα είδος  διαδικασίας ενσάρκωσης, με τους άνδρες και τις γυναίκες που γίνονται οι φορείς τους. Έτσι γίνονται κατανοητά τα λόγια του δασκάλου στον τέταρτο λόγο, όταν λέει ότι οι αναρίθμητοι θεοί περιμένουν να γίνουν άνθρωποι, ότι οι αναρίθμητοι θεοί έχουν ήδη γίνει άνθρωποι, ότι ο άνθρωπος είναι μέτοχος της ουσίας των θεών, ότι προέρχεται από τους θεούς και πηγαίνει στον θεό. Αυτού του είδους οι θεοί έχουν τους ίδιους περιορισμούς με τους ανθρώπους. Γι’ αυτό και είναι μάταιο να λατρεύει κανείς το πλήθος των θεών και ακόμη περισσότερο να λατρεύει τον πρώτο θεό, την αποτελεσματική πληρότητα και το ύψιστο αγαθό. Με την προσευχή μας δεν μπορούμε να λάβουμε τίποτα, επειδή η αποτελεσματική κενότητα καταπίνει τα πάντα. Η λατρεία των αρχετύπων υπονοεί ότι τους αποδίδουμε μια άξια υπερβολική, η οποία πολλές φορές οδηγεί στο να υποκύπτει μια προσωπικότητα στο αρχέτυπο. Ορισμένες φορές μάλιστα τα άτομα φτάνουν να φαντάζονται ότι  αυτά τα ίδια έχουν μετατραπεί σε ένα θεϊκό αρχέτυπο. Τούτη η συμπεριφορά αποτελεί μια παραμόρφωση της διαδικασίας της εξατομίκευσης στο επίπεδο των ανόητων και των τρελών.

Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ο τέταρτος λόγος, με την θεμελιώδη εικονοποιία της μεγάλης δυαδικότητας του αναπτυσσόμενου και του καιόμενου πνεύματος και με την αναφορά στην ύπαρξη και τον χαρακτήρα των θεών του φωτός και του σκότους, αποτελεί ίσως τον πιο σημαντικό από τους επτά λόγους. Αυτή η εικονοποιία έχει πολύ μεγάλη σημασία για την εξατομίκευση όχι μόνο των ατόμων, αλλά και της ανθρωπότητας. Η γνωστική φύση των αρχετύπων και της λειτουργίας τους αποκαλύπτει διαστάσεις πολύ πέρα από τις συνηθισμένες με τις οποίες ασχολούνται οι ψυχολόγοι και ονειρεύονται οι θεολόγοι, καθώς συγχωνεύει σε ένα σύστημα μια μεγαλειώδη θρησκευτική και ψυχολογική πραγματικότητα.
[<STEPHAN HOELLER, THE GNOSTIC JUNG, ΣΕΛ. 106-130] 

Λόγος Δ΄
Θορυβώντας οι νεκροί γέμισαν το δωμάτιο και είπαν: «μίλα μας για τους θεούς και τους διαβόλους, καταραμένε!»
Ο θεός-Ήλιος είναι ο ύψιστος θεός, ο Διάβολος είναι το αντίθετο. Έτσι έχετε δύο θεούς. Ωστόσο υπάρχουν πολλά σπουδαία αγαθά και πολλά απέραντα κακά και ανάμεσά τους είναι δύο θεοί-διάβολοι, από τους οποίους ο ένας είναι ο Καιόμενος και ο άλλος είναι ο Αναπτυσσόμενος. Ο Καιόμενος είναι ο Έρως στη μορφή του ως φλόγα. Ακτινοβολεί και καταβροχθίζει. Ο Αναπτυσσόμενος είναι το Δέντρο της Ζωής. Γίνεται πράσινο και συσσωρεύει ζωντανή ύλη καθώς αναπτύσσεται. Ο Έρως φουντώνει σαν φωτιά και μετά πεθαίνει. Το Δέντρο της Ζωής, όμως, μεγαλώνει αργά και σταθεροποιείται μέσα από αναρίθμητες εποχές.
Το καλό και το κακό ενώνονται στη φωτιά.
Το καλό και το κακό ενώνονται στην ανάπτυξη του δέντρου.
Η ζωή και η αγάπη αντιτίθενται μεταξύ τους στη θεϊκότητά τους.
Αναρίθμητος σαν το πλήθος των άστρων είναι ο αριθμός των θεών και των διαβόλων. Κάθε αστέρι είναι ένας θεός και κάθε χώρος που καταλαμβάνεται από ένα αστέρι είναι ένας διάβολος, ενώ η κενότητα του όλου είναι το πλήρωμα. Η ενέργεια του όλου είναι ο Αβραξάς. Μόνο το μη πραγματικό τού αντιτίθεται. Ο αριθμός των ανώτατων θεοτήτων είναι το 4, επειδή το 4 είναι ο αριθμός των μέτρων του κόσμου.  Ένα είναι η αρχή, ο θεός-ήλιος. Δύο είναι ο Έρως, επειδή επεκτείνεται με ένα λαμπρό φως και συνδυάζει δύο. Τρία είναι το Δέντρο της Ζωής, επειδή γεμίζει το χώρο με σώματα. Τέσσερα είναι ο διάβολος, επειδή ανοίγει οτιδήποτε είναι κλειστό. Διαλύει οτιδήποτε έχει αποκτήσει μορφή και έχει ενσαρκωθεί. Είναι ο καταστροφέας εντός του οποίου όλα τα πράγματα γίνονται το μηδέν.
Είμαι ευλογημένος, επειδή μου δόθηκε να γνωρίζω την πολλαπλότητα και την ποικιλομορφία των θεών. Αλίμονο σε εσάς που βάλατε τη μοναδικότητα του θεού στη θέση της ποικιλομορφίας, η οποία δεν μπορεί να πάρει τη μορφή του ενός. Μέσω αυτής της πράξης δημιουργήσατε το μαρτύριο  της  ακατανοησίας και του ακρωτηριασμού του δημιουργημένου κόσμου, η ουσία και ο νόμος του οποίου είναι η ποικιλομορφία. Πώς μπορείτε να είστε συνεπείς απέναντι στη φύση σας, όταν προσπαθείτε από τα πολλά να φτιάξετε ένα; Ό,τι κάνετε στους θεούς, το ίδιο πλήττει και σας. Όλοι σας λοιπόν έχετε γίνει ένα και το αυτό και μ’ αυτό τον τρόπο και η φύση σας επίσης ακρωτηριάζεται.
Για το καλό του ανθρώπου η ενότητα μπορεί να ηγεμονεύει, ποτέ όμως για το καλό του θεού, επειδή υπάρχουν πολλοί θεοί, αλλά μόνο λίγοι άνθρωποι. Οι θεοί είναι δυνατοί  και αντέχουν την πολλαπλότητά τους, επειδή σαν τα άστρα στέκονται σε απομόνωση και διαχωρίζονται από τεράστιες αποστάσεις ο ένας από τον άλλον. Οι άνθρωποι είναι αδύναμοι και δεν μπορούν να αντέξουν τη δική τους ποικιλομορφία, επειδή ζουν ο ένας κοντά στον άλλον και επιθυμούν τη συντροφιά, ώστε να μη χρειάζεται να υποφέρουν την δική τους ξεχωριστή διαφορετικότητα. Είναι για χάρη της σωτηρίας που σας διδάσκω αυτό το οποίο πρέπει να εξοβελιστεί, για χάρη του οποίου και εγώ ο ίδιος έχω εξοβελιστεί.
Η ποικιλομορφία των θεών είναι εξίσου μεγάλη με την ποικιλομορφία των ανθρώπων. Αναρίθμητοι θεοί περιμένουν να γίνουν άνθρωποι. Αναρίθμητοι θεοί έχουν γίνει ήδη άνθρωποι. Ο άνθρωπος μετέχει στην ουσία των θεών, έρχεται από τους θεούς και πηγαίνει στον Θεό.
Όπως δεν είναι χρήσιμο να σκέφτεται κανείς για το πλήρωμα, έτσι δεν είναι χρήσιμο να λατρεύει και το πλήθος των θεών. Λιγότερο χρήσιμο από όλα είναι να λατρεύει τον πρώτο Θεό, την αποτελεσματική πληρότητα και το ύψιστο αγαθό. Μέσα από την προσευχή μας δεν μπορούμε να προσθέσουμε τίποτα και δεν μπορούμε να αφαιρέσουμε τίποτα, επειδή το αποτελεσματικό κενό καταπίνει τα πάντα.
Οι θεοί του φωτός συνθέτουν τον ουράνιο κόσμο,  ο οποίος είναι πολλαπλός και απλώνεται στο άπειρο και εκτείνεται δίχως τέλος. Ο ύψιστος κύριός τους είναι ο θεός-Ήλιος. Οι σκοτεινοί θεοί αποτελούν τον Κάτω Κόσμο. Είναι απλοί  και είναι ικανοί να ελαττωθούν και να συρρικνωθούν έως το άπειρο. Ο βαθύτατος κύριός τους είναι ο διάβολος, το πνεύμα της σελήνης, ο υπηρέτης της γης, ο οποίος είναι μικρότερος, πιο ψυχρός και πιο νεκρός από τη γη. Δεν υπάρχει διαφορά στη δύναμη ανάμεσα στους ουράνιους και τους γήινους θεούς. Οι ουράνιοι θεοί επεκτείνονται, ενώ οι γήινοι συρρικνώνονται. Και οι δύο κατευθύνσεις, όμως, απλώνονται ως το άπειρο.